...

...

Πέμπτη, 6 Νοεμβρίου 2014

Η πρόνοια ως προτεραιότητα: ασκήσεις πολιτικής

Του Γιώργου Νικολαΐδη
 
Με ποιον τρόπο, με ποιο δυναμικό πρέπει να αναμορφωθεί η πρόνοια και η παιδική προστασία, ώστε να ανταποκρίνονται στις σύγχρονες κοινωνικές ανάγκες; Πώς μπορεί να συγκροτηθεί ένας κορμός προνοιακών υπηρεσιών με την αξιοποίηση υφιστάμενων δυνάμεων, αλλά και με μια αναγκαστική τομή, στον βαθμό που συνεκτική και συγκροτημένη πρόνοια δεν υπήρξε στην Ελλάδα; 
Με ποιον τρόπο, με ποιο δυναμικό πρέπει να αναμορφωθεί η πρόνοια και η παιδική προστασία, ώστε να ανταποκρίνονται στις σύγχρονες κοινωνικές ανάγκες; Πώς μπορεί να συγκροτηθεί ένας κορμός προνοιακών υπηρεσιών με την αξιοποίηση υφιστάμενων δυνάμεων, αλλά και με μια αναγκαστική τομή, στον βαθμό που συνεκτική και συγκροτημένη πρόνοια δεν υπήρξε στην Ελλάδα;
 
Η αναγκαιότητα ως προϋπόθεση
Μια τέτοια τοποθέτηση θέτει, αμέσως, την αναγκαιότητα ως προϋπόθεση: η κοινωνική προστασία ιεραρχείται ως ζήτημα σημαντικό, που απαιτεί προτεραιότητα και στην κατανομή πόρων. Όσο η πρόνοια αντιμετωπίζεται σαν φιλανθρωπία, σαν κάτι που θα μπορούσε να θεραπευτεί εκ των ενόντων, σαν πολυτέλεια όσων έχουν ήδη εξασφαλίσει τα αναγκαία ή αντιπαραγωγική δαπάνη για λόγους «ανθρωπισμού», καμία ρηξικέλευθη αντίληψη γι’ αυτήν δεν μπορεί να ευδοκιμήσει. Αν, αντιθέτως, αντιμετωπιστεί σαν απαραίτητο κομμάτι της παραγωγικής ανασυγκρότησης μιας κοινωνίας (όπως η εκπαίδευση ή η περίθαλψη), τότε ανακτά την αυτοτέλειά της, προσλαμβάνοντας κομβικό χαρακτήρα και αναλαμβάνοντας τον παραγωγικό και αναπαραγωγικό ρόλο της. Αυτό, βέβαια, συνεπάγεται, συγκεκριμένα επακόλουθα όπως η ριζική αύξηση ανθρώπινων και υλικών πόρων και η διοικητική αυτονομία της.
Από τη στιγμή όμως που γίνει το πρώτο βήμα, με βάση και τη διεθνή εμπειρία, προκύπτουν βασικές ορίζουσες μιας μεταρρυθμιστικής προνοιακής πολιτικής στη σημερινή Ελλάδα:
 
Για μια διαφορετική προνοιακή πολιτική

•Διοικητική αυτονομία: συγκρότηση των κοινωνικών υπηρεσιών αυτοτελώς σε εθνική κλίμακα, ώστε να πάψουν να είναι υποτελείς των γιατρών, των δημοτικών αρχόντων ή των γραφείων απασχόλησης.
•Αναπροσανατολισμός των υπηρεσιών στην παροχή υπηρεσιών, όχι στη γραφειοκρατική διεκπεραίωση.
•Λειτουργική ενοποίηση των υφισταμένων νομικών προσώπων σε ένα εθνικό σύστημα, διαρθρωμένο με βάση τις ανάγκες της κοινωνίας και όχι της ιστορικής εξέλιξης των θεσμών ή της γραφειοκρατίας. Απορρόφηση σε αυτό όλων των υφιστάμενων ανθρώπινων πόρων που υπάρχουν κατακερματισμένοι στον χώρο της πρόνοιας, αλλά και της δικαιοσύνης, της υγείας, της εκπαίδευσης, της αυτοδιοίκησης.
•Επέκταση των λειτουργιών (σήμερα συγκεντρωμένων σε ειδικές υπηρεσίες), σε πολυδύναμα κέντρα κοινωνικής υποστήριξης, σε όλη την επικράτεια. Οργάνωση των κέντρων αυτών στη λογική της ολοκληρωμένης αντιμετώπισης των κοινωνικών αναγκών των επωφελουμένων, με στόχο την κατά το δυνατό πλήρη επανένταξή τους σε μια αυτόνομη κοινωνική δραστηριότητα.
•Νομική θεσμοθέτηση της αυτονομίας και των αρμοδιοτήτων των προνοιακών υπηρεσιών που δεν είναι πλέον «σύμβουλοι» ή «βοηθοί του έργου» της μιας ή της άλλης κρατικής λειτουργίας (υγεία, δικαιοσύνη κ.λπ).
•Ένταξη όλων των κοινωφελών δομών και λειτουργιών που χρηματοδοτούνται από κρατικούς ή ανάλογους πόρους στο ενιαίο σύστημα ως εποπτευόμενων και λειτουργική διασύνδεσή τους με τις υπόλοιπες δομές και υπηρεσίες.
•Έλεγχος ποιότητας των παρεχομένων υπηρεσιών σε κάθε δομή ή υπηρεσία, έλεγχος αποτελέσματος ως προς το φυσικό αντικείμενο, τη μεθοδολογία εργασίας και την επιστημονική εγκυρότητα (και όχι γραφειοκρατικός ή οικονομικός μόνο έλεγχος, όπως δυστυχώς γίνεται μέχρι σήμερα). Ένας τέτοιος έλεγχος οφείλει να εφαρμόζεται με ενιαία κριτήρια σε όλες τις δομές που έρχονται σε επαφή με ανθρώπους, όποια κι αν είναι η νομική μορφή τους.
•Τήρηση αρχείων για το σύνολο των επωφελουμένων, με παρακολούθηση της εξέλιξης της πορείας τους ως προς το αποτέλεσμα της παρέμβασης.
•Θεσμοθέτηση της διακλαδικής συνεργασίας σε επίπεδο κοινότητας ενός τέτοιου ενδυναμωμένου συστήματος κοινωνικών υπηρεσιών με υπηρεσίες άλλων κλάδων (υγείας, δικαιοσύνης κ.ο.κ.), με σκοπό την επίτευξη εξατομικευμένων στόχων προστασίας και επανένταξης επωφελουμένων, στα πρότυπα του «ανοιχτού διαλόγου».
•Συμμετοχική αυτοδιεύθυνση των δομών και υπηρεσιών του συστήματος μεταξύ των εργαζομένων σε αυτές και των χρηστών τους (ώστε να πάψει και το φαινόμενο της εμφάνισης σε κομβικές θέσεις ανθρώπων εν είδει κομήτη που ουδεμία σχέση έχουν με τον χώρο, αλλά ευελπιστούν να επωφεληθούν από την παροδική θητεία τους ως ανακυκλούμενοι πολιτευτές).
•Περαιτέρω εξειδίκευση με συγκεκριμένα μέτρα, στόχους και μεθοδολογία των στρατηγικών για κάθε κατηγορία δυνητικά επωφελουμένων: παιδιά, ηλικιωμένους, άστεγους, θύματα βίας, άτομα με αναπηρίες κ.ο.κ. Για την παιδική προστασία, λ.χ., σύστημα γρήγορης εκτίμησης αναγκών προσωρινής και μόνιμης φιλοξενίας παιδιών σε κίνδυνο, προώθηση των εναλλακτικών της ιδρυματικής παιδικής προστασίας, οργάνωση φιλικών προς τα παιδιά-θύματα διαδικασιών εκτίμησης και δικαστικής πιστοποίησης των κρουσμάτων κακοποίησης ή παραμέλησης, θεσμοθέτηση εξειδικευμένων οικογενειακών δικαστηρίων σε συνεργασία με τις προνοιακές υπηρεσίες, και πάει λέγοντας…
 
Πέραν της «αριστερής» ή «δεξιάς» απόκλισης
 
Τα παραπάνω θα συνιστούσαν τεράστια τομή στην καθημερινότητα χιλιάδων συμπολιτών μας που ανήκουν στα πλέον ευάλωτα κοινωνικά στρώματα. Ωστόσο, δεν είναι μέτρα αντισυστημικά. Είναι θεσμοί που λειτουργούν για δεκαετίες σε πολλές χώρες, αρκετές εκ των οποίων υπολείπονται της Ελλάδας σε δείκτες κοινωνικοοικονομικής ανάπτυξης (ακόμα και μετά τη ραγδαία πτώση των ελληνικών δεικτών τα τελευταία χρόνια). Είναι πολιτικές του υπαρκτού καπιταλισμού και όχι κάποιου ανύπαρκτου σοσιαλισμού· στη χώρα μας, όμως, δεν εφαρμόστηκαν ποτέ.
 
Συνακόλουθα, η πρόκληση αν κανείς συντάσσεται με μια τέτοια κατεύθυνση ή όχι, υπερβαίνει τις γενικόλογες ταυτότητες της «αριστερής» ή «δεξιάς» πολιτικής κατά τούτο: ότι ακριβώς ο φιλολαϊκός τους χαρακτήρας μένει να αποδειχθεί στην πράξη από τα αποτελέσματα της όποιας κατεύθυνσης, και όχι από τον αυτοπροσδιορισμό της. Οφείλουμε να παραδεχθούμε πως μια ριζική αλλαγή χαρακτήρα είναι δύσκολη με το υφιστάμενο δυναμικό του χώρου: ομίλους κυριών της καλής κοινωνίας, επαγγελματίες φιλάνθρωπους των ιδρυμάτων και κληροδοτημάτων, γνωστά λόμπι ή εξουθενωμένους εργαζόμενους που συμβιβάστηκαν σε μια χρόνια θέση θυματοποίησης και ανημπόριας. Αντιθέτως, χωρίς να αποκλείεται κανείς, αλλά σε μια προσπάθεια κινητοποίησης όσο περισσότερων δυνάμεων, πρέπει να δημιουργηθεί μια νέα δυναμική γενιά επαγγελματιών με κριτικές αναζητήσεις και χρηστών με αξιώσεις, που να αποτελέσουν την κινητήρια δύναμη ενός τέτοιου εγχειρήματος, να κριτικάρουν το σήμερα, να το αντιπαλεύουν στην πράξη, να αμφισβητούν και να στοχάζονται πεισματικά το ερώτημα πώς αλλιώς μπορούν να οργανωθούν τα πράγματα με τρόπο που να εξυπηρετεί καλύτερα τις ανάγκες της κοινωνίας.
 
Ένα τέτοιο υποκείμενο θα μπορούσε όντως να επιβάλει μια τόσο ριζική τομή, αλλά και να λειτουργήσει ένα μοντέλο που θα διακατέχεται από μια αντίθετη στις τρέχουσες πρακτικές «φιλοσοφία». Κάτι τέτοιο, όμως, δεν μπορεί να γίνει από «τα πάνω», από διανοητές που λύνουν «ασκήσεις επί χάρτου», «ειδικούς» ή «τοπάρχες» των επιμέρους πεδίων – ούτε, πολύ περισσότερο, μπορεί να παραπέμπεται για μετά την κατάληψη της κυβερνητικής εξουσίας. Οι πολιτικοί σχηματισμοί με κατεύθυνση τον ριζοσπαστικό έστω μεταρρυθμισμό θέτουν εξακολουθητικώς το δυναμικό τους σε μια τέτοια κίνηση, δοκιμάζουν την υλοποίηση των γραμμών τους πρώτα από όλα «από τα κάτω», δημιουργούν σήμερα τους όρους, τις προϋποθέσεις και πάνω απ’ όλα τα υποκείμενα, τα οποία αύριο μπορούν να τις γενικεύσουν σε όλη την κοινωνία. Μια τέτοια πρακτική πολιτική, άλλωστε, συνενώνει τάξεις, μερίδες και στρώματα, ενοποιώντας υλικά τους συμφέροντα και αναβιβάζοντάς τα στο επίπεδο της πολιτικής αντιπαράθεσης, καθιστώντας την πολιτική διαπάλη ουσία, έκφραση των κοινωνικών αντιθέσεων κι όχι επικοινωνιακό «καβγά για το πάπλωμα». Έτσι είναι σε θέσει να διεμβολίσει κοινωνικά στρώματα που εντάσσονται σε αντίπαλες πολιτικές παραδόσεις, να επιφέρει μετατοπίσεις, ρήξεις στα μπλοκ εξουσίας των κυρίαρχων κομμάτων, χωρίς να χρειάζεται επώνυμες πολιτικές «μεταγραφές».
 
Όποιος πολιτικός σχηματισμός επιλέξει μια τέτοια κατεύθυνση, εγκαταλείποντας την «πεπατημένη», θα πιστωθεί και μια ριζοσπαστική τομή στη ζωή χιλιάδων εν ανάγκη συνανθρώπων μας. Για το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας, που έχει ζήσει χωρίς ουσιαστικά συγκροτημένες προνοιακές υπηρεσίες, μια τέτοια τομή θα ήταν πραγματική αποκάλυψη (είναι προφανές για οποιονδήποτε έχει ζήσει σε κράτη με ανάλογα συστήματα κοινωνικής προστασίας). Όπως στο γνωστό φιλοσοφικό νοητικό πείραμα με τη «Μαίρη» που ζούσε κλεισμένη σε ένα ασπρόμαυρο δωμάτιο, διαβάζοντας τα πάντα σχετικά με τα χρώματα (φυσική, χημεία, αισθητική), αλλά χωρίς να μπορεί να τα δει, και μια ημέρα βγαίνει από τον ασπρόμαυρο κλωβό, αντικρίζοντας, πρώτη φορά στη ζωή της, χρωματιστά αντικείμενα.
 
Προσπερνώντας λοιπόν τις γενικόλογες αντιπαραθέσεις περί «αριστερών» ή «δεξιών» πολιτικών αποκλίσεων, όταν δεν στηρίζονται σε μεταβολές του περιεχομένου των πολιτικών αλλά απλώς στην επικοινωνιακή αναπαράσταση, πρέπει να επιχειρήσουμε την ψηλάφηση μιας ριζικά αντίθετης αντίληψης για την πολιτική και σε αυτό το συγκεκριμένο πεδίο των προνοιακών πολιτικών και των πολιτικών παιδικής προστασίας. Και τούτο, με την ακλόνητη πεποίθηση ότι αυτό αποτελεί επί της ουσίας πολιτική, την πεποίθηση πως οι άνθρωποι μπορούν να παράγουν πολιτική με τον κριτικό και δημιουργικό αναστοχασμό της εμπειρίας τους, χωρίς να είναι αναγκασμένοι να καταφεύγουν είτε σε λογιστικές πρακτικές «διαχείρισης» είτε σε θεωρητικά σχήματα ιδεολογικών αποκλειστικά αφετηριών. Πέρα όμως τα συγκεκριμένα που αφορούν τον πεδίο αυτό άσκησης πολιτικής «του συγκεκριμένου» και όχι «του επικοινωνιακού», το συμπέρασμα, η κατακλείδα αλλά και η πρόκληση για τους πολιτικούς σχηματισμούς είναι διττή. Αφενός, πολιτικές χωρίς «τι να κάνουμε;», «πώς;» και «με ποιους;» καταδικάζονται στην επικοινωνιακή επίφαση· αφετέρου, μια αντίθετη κίνηση μπορεί να μιλήσει ηγεμονικά, «για ολόκληρο το έθνος» που θα έλεγε και ο γνωστός «Αρβανίτης» της Σαρδηνίας χωρίς να έχει καν ανάγκη να αντλεί τη νομιμοποίησή της από τη συνεχή επίκληση της ιδεολογικής της ταυτότητας.

Δημοσιεύουμε σήμερα το άρθρο του ψυχιάτρου Γιώργου Νικολαΐδη (Ινστιτούτο Υγείας του Παιδιού), που εκθέτει βασικούς άξονες για μια ριζοσπαστική μεταρρύθμιση της παιδικής προστασίας και πρόνοιας στην Ελλάδα, που πρέπει να προωθήσουν οι δυνάμεις της Αριστεράς
ΠΗΓΗ: enthemata.wordpress.com 02/11/2014
 
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου