...

...

Παρασκευή, 7 Νοεμβρίου 2014

Ηγέτες: είδος υπό εξαφάνιση

Του Κάρλο Γκάλι*

Κάρλο Γκάλι
Αν ο αρχαίος κόσμος ερμήνευε συχνά την πολιτική ως δράση ενός τιμονιέρη που καθοδηγεί το καράβι της πόλης, στη νεότερη εποχή η αστική τάξη απέδωσε κεντρικό ρόλο στους πολίτες και στον απρόσωπο χαρακτήρα της κρατικής διοίκησης. Στην Αριστερά, αντίθετα, πίστευαν ότι η ιστορία κινείται χάρη στις μεγάλες και αναγκαίες αντικειμενικές δυνάμεις, ότι η πολιτική δράση έχει ως υποκείμενα τις μάζες και ότι η πολιτική ηγεσία οφείλει μόνο να ερμηνεύει ορθά τα σημεία των καιρών.


Αυτές οι πεποιθήσεις συνέτειναν ώστε η Δεξιά να τείνει περισσότερο, σε σύγκριση με τους δημοκράτες και τους σοσιαλιστές, να θέτει το ζήτημα της ηγεσίας στο επίκεντρο του πολιτικού στοχασμού (η Δεξιά με τη λατρεία της για τον ηγέτη ως τον ήρωα ο οποίος αφήνει για μας μόνο το καθήκον να πιστεύουμε, να υπακούμε και να παλεύουμε για ένα πεπρωμένο που αυτός μας υποδεικνύει).
 
Η πολιτική επιστήμη, όμως, τον 19ο και τον 20ό αιώνα, με τους θεωρητικούς των ελίτ (Μόσκα, Παρέτο, Μίχελς) και με τον Μαξ Βέμπερ, ανακάλυψε την ηγεσία, ατομική και συλλογική. Στα άτομα και στις μάζες προστέθηκαν, έτσι, ως πρωταγωνιστές της πολιτικής, οι ολιγαρχίες και οι ηγέτες. Ο Βέμπερ ιδιαίτερα προσδιόρισε τους τύπους εξουσίας διακρίνοντας την παραδοσιακή, τη νόμιμη και τη χαρισματική εξουσία.
 
Η χαρισματική εξουσία είναι η ανανεωτική, επαναστατική προσωπική εξουσία που πηγάζει από έναν ηγέτη, ο οποίος διαθέτει ένα εξαιρετικό προτέρημα (το χάρισμα). Η ιστορία του 20ού αιώνα γνώρισε μεγάλες μορφές ηγετών: ολέθριους ηγέτες όπως ο Χίτλερ, ο Στάλιν, ο Μουσολίνι, αλλά και δημοκρατικούς ηγέτες όπως ο Ρούζβελτ, φιλελεύθερους όπως ο Τσόρτσιλ, εθνικιστές όπως ο Ντε Γκολ. Και αν όχι το χάρισμα με την επαναστατική του έννοια, μια προφανής προσωπική αξιοπιστία –που γεννιόταν από τη συνέπεια προθέσεων και πράξεων και από τις δοκιμασίες που υπέστησαν- χαρακτήριζε και την ηγεσία των Ντε Γκάσπερι, Τολιάτι, Νένι και Σάραγκατ.
 
Από αυτές τις μορφές, που ήταν τόσο διαφορετικές μεταξύ τους, συνάγεται ότι ο ηγέτης είναι η προσωπικότητα που, με μίαν ανανεωτική συμπεριφορά, κατορθώνει να ξεχωρίζει από τις ελίτ και που πραγματοποιεί στο πρόσωπό του μια συγκεκριμένη πολιτική σύνθεση της επιτακτικής ανάγκης της ιστορικής φάσης και ενός ευρύτερου ορίζοντα, τον οποίο αυτός ανακαλύπτει και υποδεικνύει –προμηθεύοντας έτσι στην κοινή εμπειρία, αν όχι «το» νόημα, τουλάχιστον ένα από τα πιθανά νοήματα. Με δυο λόγια, ο ηγέτης γνωρίζει να λέει «Εγώ» με τόση δύναμη ώστε να προκαλεί τη σταθερή διαμόρφωση ενός «Εμείς», και επιδιώκει την υλοποίηση του δικού του προσωπικού οράματος με τρόπο που το καθιστά όραμα που το συμμερίζονται πολλοί.
 
Ο ηγέτης όμως δεν δημιουργεί την ιστορία. Αυτός κατορθώνει μάλλον να ερμηνεύει τις κρίσεις που βρίσκονται σε εξέλιξη και να λειτουργεί ως καταλύτης ενεργοποίησης κοινωνικών δυνάμεων, οι οποίες μπαίνουν σε κίνηση προς μια πιθανή κατεύθυνση. Είναι κάποιος που συμπαρασύρει τους άλλους, εμπλεκόμενος και ο ίδιος στη διαδικασία την οποία υποκινεί. Είναι τόσο δημιουργός του καιρού του όσο και προϊόν του καιρού του. Είναι ένας πρακτικός οραματιστής ο οποίος συνδέει και συνδυάζει την ηθική της πεποίθησης με την ηθική της ευθύνης.
 
Ο ηγέτης χρειάζεται τη συλλογικότητα, όπως και η συλλογικότητα χρειάζεται τον ηγέτη. Αυτό το μείγμα προσωπικής ερμηνείας και συλλογικού κινήματος εκδηλώνεται συνήθως στις περιόδους επείγουσας ανάγκης, στους πολέμους, τις επαναστάσεις, τις διαδικασίες διαμόρφωσης αυτοκρατοριών και κρατών.
 
Αλλά και οι ανοικοδομήσεις, οι έξοδοι από τις κρίσεις είναι έργο μεγάλων ηγετών (Ρούζβελτ και Ντε Γκάσπερι μεταξύ των άλλων). Η σχέση του ηγέτη με τον καιρό του δεν είναι ωστόσο εγγυημένη. Υπάρχουν ηγέτες που είναι μόνο δυνητικοί ηγέτες, έξω από τον καιρό τους, αναχρονιστικοί και επομένως αναποτελεσματικοί. Και υπάρχουν καιροί που γνωρίζουν κρίσεις και δυσκολίες, αλλά δεν έχουν ηγέτη ο οποίος να υποδείξει τον δρόμο που πρέπει να ακολουθηθεί.
 
Καιροί δηλαδή –τέτοιοι είναι οι δικοί μας καιροί- στους οποίους οι μορφές της πολιτικής (οι θεσμοί) είναι αποδυναμωμένες και κενές, ενώ η ουσία της πολιτικής, η δύναμη διείσδυσης και πειθούς που αυτή διαθέτει, περνάει αλλού και πέφτει άμεσα πάνω στη ζωή –στο σώμα και στα μυαλά- των προσώπων.
 
Καιροί στους οποίους οι δυνάμεις που διαπερνούν την κοινωνία είναι τόσο υπερτροφικές ώστε να φαίνεται ότι δεν μπορούν να κυβερνηθούν πλέον και στους οποίους οι προκλήσεις, που έχουν γίνει πλανητικές, να φαίνονται σαν φυσικά και όχι πολιτικά φαινόμενα.
 
Καιροί στους οποίους η μεταβλητότητα των περιστάσεων δεν είναι πλέον μια εξαίρεση, αλλά είναι μια κατακλυσμιαία και φευγαλέα καθημερινότητα, την οποία δεν ξέρουμε πώς να την αδράξουμε για να της δώσουμε μια μορφή. Καιροί στους οποίους αντιδρούμε στις προκλήσεις όχι με την ενεργοποίηση της συλλογικότητας, αλλά με την αναζήτηση ατομικών ή ομαδικών οδών διαφυγής, και στους οποίους η πολιτική έχει κατακερματιστεί σε μια μυριάδα υποθέσεων, προσδοκιών και βασάνων, που δεν απαιτούν ή που φαίνεται να μην έχουν πλέον μια δημόσια λύση.
 
Οι ηγέτες στη Δύση γίνονται επομένως όλο και πιο σπάνιοι, όχι τόσο επειδή το φυτό-άνθρωπος έπαψε να δίνει εξαιρετικούς καρπούς, αλλά επειδή μετασχηματίστηκε η πολιτική και άλλαξε όχι μόνον το περιεχόμενο των βασικών της εννοιών, αλλά και η αντίληψη που έχουν οι περισσότεροι άνθρωποι γι’ αυτήν. Γίνεται όλο και πιο σπάνιο να υπάρξει ένα «Εγώ», επειδή γίνεται όλο και πιο αδύναμη η απαίτηση η πολιτική να χρησιμεύει για να δημιουργεί ένα «Εμείς», για να υποδεικνύει έναν ορίζοντα προς τον οποίο πρέπει να κινηθούμε, ένα στόχο που πρέπει να πετύχουμε. Σε αυτούς τους καιρούς, η πολιτική είναι μια διαχείριση του παρόντος, στην οποία πρωταγωνιστούν «προσωπικότητες», ματαιόδοξοι και ανεπαρκείς ηγετίσκοι. Και η προσωποποίηση της πολιτικής και η μετατροπή της σε θέαμα, φαινόμενα επιφανειακά, παίρνουν τη θέση της ηγεσίας, που είναι ζήτημα ουσίας.
 
Σε αυτούς τους καιρούς του αποπροσανατολισμού, επομένως, πριν απαντήσουμε στο ερώτημα για τους ηγέτες –δηλαδή για το ποιος μας καθοδηγεί και προς τα πού- χρειάζεται να αναρωτηθούμε για το πού πάει εκείνος ο περίπλοκος και μεταβαλλόμενος συνδυασμός λόγου, πειθούς, δύναμης, συμφέροντος, φαντασίας, δικαίου, που αποκαλούμε πολιτική. Να θέσουμε δηλαδή το ερώτημα για τον μετασχηματισμό της πολιτικής.
 
Θα γίνουν ηγέτες εκείνοι που, για το καλό ή για το κακό, θα μπορέσουν να δώσουν κοινές απαντήσεις –αν αυτό είναι ακόμα δυνατό- σε αυτό το ερώτημα. Εκείνοι που θα υποδείξουν τους νέους δρόμους –αν υπάρχουν και αν κινητοποιούν ακόμη τους πολίτες- χάρη στους οποίους η πολιτική θα μπορεί ακόμη να είναι το σύνολο των διαδικασιών και των δράσεων με τις οποίες οικοδομείται ένας κοινός κόσμος.
 
* Καθηγητής Ιστορίας των Πολιτικών Θεωριών στο Πανεπιστήμιο της Μπολόνια.
Το κείμενό του αυτό δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «La Repubblica».
Επιμέλεια-μετάφραση: Θανάσης Γιαλκέτσης
ΠΗΓΗ: efsyn.gr (Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ) 13/07/2014

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου