...

...

Κυριακή, 10 Απριλίου 2011

Ζίγκμουντ Μπάουμαν: «Ο καπιταλισμός είναι σαν το φίδι που καταβροχθίζει την ουρά του»

Συνέντευξη Χρόνης Πολυχρονίου

Zygmunt Bauman
Με περίπου 60 βιβλία και εκατοντάδες άρ­θρα στο ενεργητικό του, σε θέματα γύρω από την παγκοσμιοποίηση, τη μετανεωτερικότητα και τον καταναλωτισμό, ο Ζίγκμουντ Μπάουμαν είναι αναμφισβήτητα ο πιο σημα­ντικός κοινωνιολόγος στην Ευρώπη και ένας από τους κορυφαίους στοχαστές στη σύγχρονη ιστορία της διανόησης. Γεννήθηκε στην Πολωνία το 1925, πολέμησε ενάντια στους ναζί στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και βρα­βεύτηκε με τον Στρατιωτικό Σταυρό Ανδρείας. Σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «Guardian», ο Μπάουμαν έχει δη­λώσει ότι καθ' όλη τη διάρκεια του πολέμου και τη μετα­πολεμική περίοδο υπήρξε κομμουνιστής.
Σπούδασε κοινωνιολογία και φιλοσοφία στο Πανεπι­στήμιο της Βαρσοβίας και το 1954 κατέλαβε διδακτική θέση στο ομώνυμο πανεπιστήμιο, όπου και παρέμεινε έως το 1968. Από τις αρχές του 1960, και βαθύτατα επηρε­ασμένος από το έργο του Μαρξ, τα έργα του ήταν ήδη ευρύτατα γνωστά στην Πολωνία, όμως είχε αρχίσει παράλ­ληλα να ασκεί κριτική στην κυβέρνηση. Στις αρχές του 1968 παραιτήθηκε από μέλος του κυβερνώντος κόμμα­τος και λίγο αργότερα έχασε την έδρα που κατείχε στο Πανεπιστήμιο της Βαρσοβίας, απελάθηκε από τη χώρα, καταλήγοντας στην αρχή στο Πανεπιστήμιο του Τελ Αβίβ στο Ισραήλ και τελικά στο Πανεπιστήμιο του Λιντς στην Αγγλία, όπου και δίδαξε από το 1971 έως το 1990, οπό­τε και συνταξιοδοτήθηκε.
Έκτοτε, ο... συνταξιούχος κ. Μπάουμαν εκδίδει κατά μέσον όρο δύο βιβλία το χρόνο και έχει γίνει ένας από τους πιο πολυσυζητημένους στοχαστές στον κόσμο. Σε ηλικία πλέον 84 ετών, και συνεχίζοντας να ζει στην Αγγλία, όχι απλώς παραμένει ενεργός στην έρευνα, στις διαλέξεις και στις δημοσιεύσεις έργων, αλλά διανύει μια περίοδο δημιουργικότητας τέτοια που οι περισσότεροι άνθρωποι δεν μπορούν καν να διανοηθούν - όχι να πραγ­ματοποιήσουν.

Η συνέντευξη
Κατά τη διάρκεια των τελευταίων 2-3 δε­καετιών οι σκέψεις και οι ιδέες σας έχουν ακολουθήσει, θα έλεγα, μια εντελώς δια­φορετική διαδρομή από αυτήν που συ­ναντάμε στα πρώτα στάδια της πνευμα­τικής σας αναζήτησης, σε βαθμό που θα μπορούσε κανείς να μιλήσει για έναν πρώιμο και έναν ώριμο Ζίγκμουντ Μπάουμαν. Θα συμφωνούσατε με αυτήν την ερμηνεία; 
«Δεν βλέπω έτσι το δρομολόγιο που ακολούθησε η διανοητική μου περιή­γηση .Το βλέπω σαν μια ατέρμονη σειρά επι­σκέψεων στο ίδιο δωμάτιο, μπαίνοντας κάθε φορά στο δωμάτιο από διαφορετική πόρτα και ανάβοντας φώτα διαφορετικών χρωμά­των. Οπως κάθε έμπειρος φωτογράφος θα σας έλεγε, αυτό που βλέπεις αλλάζει σημα­ντικά ανάλογα με το χρώμα και την κατεύ­θυνση από τα φώτα: διαφορετικές πτυχές γί­νονται ορατές και εμφανείς, άλλες πτυχές βυθίζονται στη σκιά ή εξαφανίζονται από τη θέα. Υποθέτω ότι οι διαδοχικές μελέτες μου είναι ταξιδιωτικές αναφορές από εκείνες τις επανειλημμένες, όχι όμως επαναλαμβανό­μενες, επιδρομές».

Στα βιβλία σας κάνετε διάκριση μεταξύ «ρευστής» και «στέρεης» νεωτερικότη­τας. Είναι αυτός άλλος ένας τρόπος να μιλήσουμε για τη νεωτερικότητα έναντι της μετανεωτερικότητας ή να αποφύ­γουμε αυτήν τη διάκριση; 
«Ναι και όχι. Οι αναφορές στο ζεύγος αυτών των δύο εννοι­ών επικαλύπτουν χρονικά η μία την άλλη, αλλά οι ίδιες οι έννοιες εκφράζουν διαφορε­τικά νοήματα· βλέπουν την ιστορική αλλαγή από διαφορετικές οπτικές γωνιές. Αρχικά, η έννοια "στέρεη-ρευστή"νεωτερικότητα, σε αντίθεση με το ζεύγος "νεωτερικότητα - μετανεωτερικότητα" είναι θετική: λέει κάτι πε­ρισσότερο από το ότι το "τώρα" είναι διαφο­ρετικό από το "τότε", δηλώνει και τι αποτελεί αυτήν τη διαφορά. Δεύτερον, το ζεύγος "στέρεη - ρευστή" νεωτερικότητα, σε αντίθεση με το άλλο ζεύγος, αντιλαμβάνεται ταυτό­χρονα τη συνέχεια και την ασυνέχεια μεταξύ των δύο μελών του άλλου ζεύγους. Αυτό εί­ναι το τεράστιο πλεονέκτημά του, αφού όταν παραθέτουμε τη νεωτερικότητα και τη μετανεωτερικότητα υπονοούμε, θέλοντας και μη, ότι τελείωσε η νεωτερικότητα, ότι αντικα­ταστάθηκε με κάτι ολοκληρωτικά καινούρ­γιο και ότι η ρήξη μεταξύ δύο σταδίων και δύ­ο διαδοχικών μορφών κοινωνικής ζωής είναι βαθύτερη και μάλιστα περισσότερο απόλυ­τη απ' ό,τι είναι στην πραγματικότητα. Τρί­τον, η έννοια "στέρεη - ρευστή" νεωτερικό­τητα υπαινίσσεται το γεγονός ότι η εμφάνιση της ρευστότητας είναι σε κάποιο βαθμό μια φυσική φάση στην εξέλιξη της νεωτερικό­τητας - ακολουθεί, σαν να λέμε, την εσωτε­ρική λογική της. Η νεωτερικότητα, σε τελευ­ταία ανάλυση, γεννήθηκε ως ένας "ρευστοποιητής". Η κίνηση από τη στερεότητα στη ρευστότητα ήταν τελικά η έκβαση της επι­τυχίας της πρόωρης νεωτερικότητας, όχι η αποτυχία της στην απαλλαγή του εαυτού της από εκείνη την αποστολή.
»Όπως ξέρετε, ήδη στις αρχές του 19ου αιώνα δύο ασυγκράτητοι νεαροί απάτη Ρη­νανία, ονομαζόμενοι Καρλ Μαρξ και Φρειδε­ρίκος Ένγκελς διακοίνωναν (με απόλαυση!) εκείνο το περιβόητο "οτιδήποτε στέρεο λιώ­νει στον αέρα και οτιδήποτε ιερό βεβηλώνε­ται". Αυτό που έχει συμβεί στην πραγματικό­τητα από τότε είναι ότι, στην αρχή, η νεωτερι­κότητα έθεσε ως στόχο να λιώσει το στέρεο όχι εξαιτίας της αποστροφής της προς τη στε­ρεότητα, αλλά, αντιθέτως, λόγω του ονείρου και της φιλοδοξίας της να τελειώσει μια για πάντα με τη ρευστότητα, το απρόοπτο, το τυχαίο στην ανθρώπινη κατάσταση (βαθιά και οδυνηρά αισθητά όλα αυτά κατά τη διάρ­κεια των ετών αγωνίας τού ancient regime). Η εναντίωση τότε σε ό,τι ήταν στέρεο προέ­κυπτε από το ότι δεν ήταν αρκετά στέρεο. Η πρόθεση ήταν να αντικατασταθεί με κάτι πιο στέρεο, εκείνο το στέρεο που είναι κατασκευ­ασμένο σύμφωνα με τις προσταγές του λό­γου. Η παθιασμένη αλλαγή (αποκαλούμενη εκσυγχρονισμός) θεωρήθηκε ότι θα ήταν κάτι προσωρινό, εξ ανάγκης, το οποίο σύντομα θα αντικαθίστατο από την ήρεμη απόλαυση μιας ακλόνητης, διαφανούς, προβλέψιμης και αξιόπιστης ρύθμισης πραγμάτων που δεν θα απαιτούσε άλλη πλέον αλλαγή χάρη στην τελειότητά της.
«Αυτό που όμως γνωρίζουμε τώρα είναι ότι ο ψυχαναγκαστικός και συναρπαστικός εκσυγχρονισμός είναι η ίδια (και αμετάβλη­τη) ουσία της νεωτερικότητας (η νεωτερικό­τητα δίχως συνεχή εκσυγχρονισμό θα ήταν ένα οξύμωρο, όπως "ο αέρας που δεν φυσά" ή "ο ποταμός που δεν κυλά"). Οι μορφές και οι δομές παγιώνονται και σταθεροποιούνται μόνο για να αποσυναρμολογηθούν και να α­ποσυντεθούν σύντομα πάλι και να αντικατα­σταθούν με άλλες μορφές που προορίζονται να έχουν την ίδια μοίρα. Με τη μετάβαση από τον "στέρεο" στον "ρευστό" εκσυγχρονισμό δεν έχει αλλάξει τόσο η πρακτική όσο η αυτό- συναίσθηση της φύσης και του πεπρωμένου του. Ξέρουμε τώρα ότι δεν υπάρχει καμιά "τε­λική γραμμή" στην εκσυγχρονιστική ώθηση, ότι όσα έχουν ήδη κατασκευαστεί, αλλά και αυτά που δεν έχουν ακόμη κατασκευα­στεί, βρίσκονται σε κατάσταση "μέχρι νεω­τέρας ειδοποιήσεως"».

Ποια η σχέση μεταξύ της μετανεωτερικής κοινωνίας και της καταναλωτικής κοινωνίας; 
«Η μετανεωτερική κοινωνία είναι μια καταναλωτική κοινωνία. Όταν την αποκα­λούμε καταναλωτική κοινωνία έχουμε στο νου κάτι περισσότερο από την ασήμαντη και συντηρητική κατάσταση ότι όλα τα μέλη της κοινωνίας είναι καταναλωτές. Εννοούμε ότι η μετανεωτερική κοινωνία είναι μια κατανα­λωτική κοινωνία με την ίδια βαθιά και ουσια­στική έννοια κατά την οποία η μοντέρνα κοι­νωνία στη βιομηχανική της φάση ήταν μια κοινωνία παραγωγών.
«Ο ρόλος που η μετανεωτερική κοινωνία αναθέτει στους πολίτες της είναι αυτός του καταναλωτή, και τα μέλη της κοινωνίας κρί­νονται αντιστοίχως από την ικανότητα και τη θέλησή τους να παίξουν αυτόν το ρόλο. Ο καταναλωτής μιας καταναλωτικής κοινωνίας είναι ένα αιχμηρά διαφορετικό ον από τον καταναλωτή οιασδήποτε άλλης κοινωνίας έως τώρα. Η διαφορά είναι στην έμφαση και στις προτεραιότητες οι οποίες περιστοιχί­ζουν κάθε πτυχή της κοινωνίας, της κουλ­τούρας και της προσωπικής ζωής. Οι δια­φορές είναι τόσο βαθιές και πολύμορφες, που δικαιολογούν απόλυτα να περιγράφου­με την κοινωνίας μας ως μια κοινωνία ενός ξεχωριστού και διαφορετικού είδους - μια καταναλωτική κοινωνία».

Η παγκοσμιοποίηση εξελίσσεται εδώ και πολύν καιρό - είναι ίσως τόσο παλιά όσο και η ιστορία της ανθρωπότητας. Ενστι­κτωδώς, όμως, υποθέτουμε ότι υπάρχει κάτι καινούργιο στη σύγχρονη παγκο­σμιοποίηση από τις ιστορικά παρόμοιες καταστάσεις στο παρελθόν. Τι θεωρείτε ως μοναδικό στην τρέχουσα φάση της παγκοσμιοποίησης; 
«Το διαζύγιο μεταξύ της εξουσίας και της πολιτικής, μέχρι τούδε το ένα νυμφευμένο με το άλλο και κατοικώ­ντας κάτω από την ίδια στέγη μέσα στην οι­κογένεια των εθνών-κρατών. Ένα μεγάλο μέ­ρος της εξουσίας που κατείχε προηγουμένως το εθνοκράτος έχει εξατμιστεί στον υπερεθνι­κό και υπερκρατικό "χώρο των ροών" (όρος του Μανουέλ Καστέλ), ενώ η πολιτική αφέ­θηκε πίσω και παραμένει τοπική, περιφραγμέ­νη στα όρια του εθνοκράτους. Αυτή η διαδικα­σία καθιστά το κράτος όλο και περισσότερο ανίσχυρο: οι περισσότεροι παράγοντες που καθορίζουν τις συνθήκες διαβίωσης, τις επι­λογές και τις προοπτικές του πολίτη διαμορ­φώνονται, λειτουργούν και κατευθύνονται μακριά από τον έλεγχο του. Εξαιτίας αυτού του ελλείμματος εξουσίας, το εθνοκράτος αναγκάζεται να εγκαταλείψει έναν αυξανό­μενο αριθμό λειτουργιών που εκπλήρωνε ή επιθυμούσε και προσπαθούσε να εκπληρώ­σει πριν από μισό αιώνα. Αυτές οι λειτουργίες τείνουν να είναι τώρα απορρυθμισμένες, που σημαίνει ότι είτε έχουν μετατοπιστεί λοξά προς τις δυνάμεις της αγοράς ή ότι έχουν πε­ράσει στη σφαίρα της πολιτικής που χειρίζο­νται τα άτομα από μόνα τους, χρησιμοποιώ­ντας ο καθένας τις (περιορισμένες) δεξιότητες του και τους (περιορισμένους) πόρους του.
«Έως τώρα, η παγκοσμιοποίηση είναι σχε­δόν αποκλειστικά αρνητική: αυτό σημαίνει ότι αγκάλιασε δυνάμεις πασίγνωστες για τις διασπαστικές τους τάσεις. Δεν έχουμε αρχί­σει ακόμη να χτίζουμε το θεσμικό πλαίσιο για τη "θετική παγκοσμιοποίηση", τη μόνη θερα­πεία που υπάρχει για τον καταστρεπτικό α­ντίκτυπο της αρνητικής παγκοσμιοποίησης. Χρειαζόμαστε, δηλαδή, παγκόσμιους σε ισο­δυναμία πολιτικούς και δικαστικούς θεσμούς με εκείνους που αναπτύχθηκαν από τους προ­γόνους μας στο επίπεδο του εδαφικά κυρί­αρχου εθνοκράτους».

Θεωρείτε ότι η τρέχουσα οικονομική κρί­ση αποτελεί απειλή για τις τάσεις της πα­γκοσμιοποίησης των τελευταίων τριών δεκαετιών; 
«Ο καπιταλισμός - όπως έδειξε το πρόσφατο χρηματοοικονομικό τσουνάμι σε εκατομμύρια ανθρώπους, που πιστεύουν στις καπιταλιστικές αγορές και στο καπιταλιστικό τραπεζικό σύστημα ως τις αδιαμφισβή­τητες μεθόδους επιτυχούς επίλυσης οικονο­μικών προβλημάτων- αυτό που κάνει καλύτερα είναι να δημιουργεί προβλήματα, όχι να τα λύνει. Ο καπιταλισμός, ακριβώς όπως τα συ­στήματα των φυσικών αριθμών του διάση­μου θεωρήματος του Κουρτ Γκέντελ, δεν μπορεί να είναι ταυτόχρονα συνεπής και πλή­ρης. Εάν είναι συνεπής προς τις αρχές του, προβλήματα προκύπτουν που δεν μπορεί να αντιμετωπίσει. Κι αν προσπαθήσει να τα επι­λύσει, δεν μπορεί να το κάνει δίχως να πε­ριέλθει σε ασυνέπειες με τις δικές του θεμε­λιώδεις υποθέσεις.
«Πολύ πριν γράψει το θεώρημά του ο Γκέ­ντελ, η Ρόζα Λούξεμπουργκ δημοσίευσε το έργο της για την καπιταλιστική συσσώρευση στο οποίο ανέφερε ότι ο καπιταλισμός δεν μπορεί να επιζήσει δίχως μη καπιταλιστικές οικονομίες. Δηλαδή, ο καπιταλισμός μπορεί να προχωρήσει σύμφωνα με τις αρχές του εφόσον υπάρχουν "παρθένα εδάφη" ανοιχτά για επέκταση και εκμετάλλευση. Αφού, όμως, τα κατακτά για λόγους εκμετάλλευσης, ο κα­πιταλισμός τούς στερεί την προ-καπιταλιστική παρθενιά τους και έτσι εξαντλεί τις προμή­θειες της δικής του τροφοδότησης. Ακριβώς όπως ένα φίδι που καταβροχθίζει την ουρά του: αρχικά το φαγητό είναι άφθονο, αλλά σύντομα γίνεται όλο και πιο δύσκολο να το καταπιεί και, ύστερα από λίγο, δεν υπάρχει άλλο φαγητό για φάγωμα, αλλά δεν υπάρχει και κανείς για να το φάει.
«Ο καπιταλισμός είναι ουσιαστικά ένα πα­ρασιτικό σύστημα. Όπως όλα τα παράσιτα, μπορεί να ευδοκιμεί για κάποιο διάστημα, όσο βρίσκει έναν ακόμη ανεκμετάλλευτο ορ­γανισμό με τον οποίο μπορεί να τραφεί, αλλά δεν μπορεί να το κάνει αυτό δίχως να βλάψει τον οικοδεσπότη και, αργά ή γρήγορα, να καταστρέψει με αυτόν τον τρόπο τις συνθή­κες της ευημερίας του ή ακόμη και της επι­βίωσης του. Γράφοντας στην εποχή τού αχαλίνωτου ιμπεριαλισμού και της εδαφικής κα­τάκτησης, η Ρόζα Λούξεμπουργκ δεν προέ­βλεψε και δεν θα μπορούσε να προβλέψει ότι τα προ-νεωτερικά εδάφη των εξωτικών ηπείρων δεν είναι οι μόνοι πιθανοί "οικοδε­σπότες", με τους οποίους μπορεί ο καπιτα­λισμός να τρέφεται για να παρατείνει τη διάρ­κεια ζωής του και να αρχίσει να έχει διαδοχικά μεγάλα χρονικά διαστήματα ευημερίας. Ο καπιταλισμός αποκάλυψε από τότε την κατα­πληκτική επινοητικότητά του στο να αναζη­τά και να βρίσκει νέα είδη οικοδεσποτών όταν τα προηγούμενα εκμεταλλευόμενα είδη άρχι­ζαν σιγά σιγά να εξαφανίζονται. Έχοντας προ­σαρτήσει όλα τα προ-καπιταλιστικά εδάφη, ο καπιταλισμός εφηύρε τη δευτεροβάθμια παρθενιά. Εκατομμύρια αντρών και γυναι­κών που στηρίζονταν στα βιβλιάρια αποταμί­ευσης μετασχηματιστή καν με δαιμόνιο τρό­πο σε ένα από τα ακόμη ανεκμετάλλευτα παρθένα εδάφη.
»Η εμφάνιση των πιστωτικών καρτών ήταν το σημάδι των πραγμάτων που έρχονταν. Οι πιστωτικές κάρτες έπεσαν στην αγορά κάτω από το μοναδικά σαγηνευτικό σύνθημα: "Μην καθυστερείτε άλλο τις επιθυμίες σας". Επιθυ­μείτε κάτι, αλλά δεν έχετε κερδίσει αρκετά χρήματα για να καταβάλετε την τιμή πώλη­σης; Η αγωνία σας έλαβε τέλος. Να ευχαρι­στείτε τον Θεό και την καλοκαγαθία των τρα­πεζών, γιατί με μια πιστωτική κάρτα μπορείτε τώρα να αντιστρέψετε την προσταγή: απο­λαύστε τώρα, πληρώστε αργότερα! Η πιστω­τική κάρτα σάς καθιστά ελεύθερους να διαχει­ριστείτε τις απολαύσεις σας: να αποκτήσετε πράγματα όταν τα θέλετε, όχι όταν θα έχετε χρήματα για να τα αγοράσετε. Η συνέχεια ή­ταν εξίσου εντυπωσιακή. Δεν μπορείτε να πληρώσετε το χρέος σας; Μην ανησυχείτε. Εμείς, οι φιλικοί πιστωτές, δεν θέλουμε πίσω τα χρήματά σας. Αντί αυτού, σας προσφέρου­με κι άλλη πίστωση για να ξεπληρώσετε το παλιό σας χρέος και αφήνοντάς σας με λίγα επιπλέον χρήματα (δηλαδή, χρέος) για να πληρώσετε για νέες απολαύσεις. Είμαστε οι τράπεζες που θέλουμε να λέμε "ναι". Οι φιλι­κές σας τράπεζες. Οι χαμογελαστές τράπε­ζες - όπως μία από τις πιο δαιμόνιες διαφη­μίσεις διακήρυσσε.
»Η παρούσα χρηματοπιστωτική κρίση δεν είναι μια έκβαση της αποτυχίας των τραπε­ζών. Αντίθετα, είναι ένα πλήρως αναμενόμε­νο αποτέλεσμα της σημαντικής επιτυχίας τους: επιτυχία στο μετασχηματισμό μιας τε­ράστιας πλειοψηφίας αντρών και γυναικών, ηλικιωμένων και νέων, σε μια φυλή χρεω­στών. Η αντίδραση στη χρηματοπιστωτική κρίση μέχρι τώρα είναι εντυπωσιακή, ακόμη και επαναστατική. Γίνεται μια συντονισμένη προσπάθεια ανακεφαλαιοποίησης των πιστω­τικών οργανισμών και των τραπεζών και της δυνατότητας να μπορούν ξανά οι καταναλω­τές να δανείζονται, ώστε να επιστρέψει το σύ­στημα του δανεισμού και της πίστωσης στην κανονική του λειτουργία. Οι μύες του κρά­τους, αχρησιμοποίητοι για πολύν καιρό γι' αυ­τούς τους σκοπούς, τεντώνονται τώρα δημο­σίως, αυτήν τη φορά χάριν της συνέχισης του παιχνιδιού - ενός παιχνιδιού που, περιέργως, δεν αντέχει να δείχνει τους μυς του το κρά­τος, αλλά που (από την άλλη μεριά) δεν μπο­ρεί να επιβιώσει δίχως αυτό».

Είναι γνωστές οι απόψεις σας για το φόβο, την ανασφάλεια, την αβεβαιότητα. Θα ήθελα να μοιραστείτε μαζί μας μερικές από τις απόψεις σας για την αλληλεγ­γύη. 
«Ήδη στη βιβλίο μου "Μεταμοντέρνα ηθική" (1990) πρότεινα ότι το τρίπτυχο σύν­θημα της Γαλλικής Επανάστασης "Ελευθε­ρία, Ισότητα, Αδελφότητα" τείνει να αντικατα­σταθεί στην εποχή μας με το σύνθημα "Ελευ­θερία, Διαφορετικότητα, Ανεκτικότητα". Υπο­στήριξα, επίσης, σ' εκείνο το βιβλίο ότι η "ανε­κτικότητα", που στις περισσότερες των περι­πτώσεων δεν είναι παρά ένα άλλο πρόσωπο της κυριαρχίας, δεν έχει ακόμα μετατραπεί σε "αλληλεγγύη", κάτι αρκετά διαφορετικό και ηθικά ανώτερο από την ανεκτικότητα. Ε­κτός από την εγκατάλειψη της τιμωρίας του διαφορετικού, όπως υπόσχεται να κάνει η α­νεκτικότητα, η αλληλεγγύη περιλαμβάνει μια ειλικρινή αναγνώριση και αποδοχή του δικαιώματος του άλλου στο να έχει διαφο­ρετική ταυτότητα, ετοιμότητα να βοηθήσει ο ένας τον άλλον στο δύσκολο έργο της αυτο- διεκδίκησης και ειλικρινή χαρά, που προέρ­χεται από την ανθρώπινη ποικιλία, η οποία υπόσχεται τα ειδάλλως μη πραγματοποιήσι­μα οφέλη: συναρπαστικές νέες εμπειρίες και προοπτικές να μάθουμε ο ένας απ' τον άλ­λον. Μ' άλλα λόγια, η αλληλεγγύη σημαίνει ενοποίηση, όχι παρά τις διαφορές, αλλά μέσω και εξαιτίας των διαφορών μας. Από τότε, ε­πέστρεψα στο ζήτημα αρκετές φορές και, αν μη τι άλλο, προσπάθησα να ενισχύσω, όχι να αναθεωρήσω, το αρχικό επιχείρημα».

Η αγάπη, ο έρωτας και η φιλία καταλαμ­βάνουν επίσης πρωταρχικούς ρόλους ως φιλοσοφικά και κοινωνιολογικά θέματα στη σκέψη σας. Δεν είναι αυτές ιδιότη­τες και συναισθηματικά γνωρίσματα που, σε έναν κόσμο φόβου, ανασφάλειας και χυδαιότητας, έχουμε περισσότερο ανά­γκη σήμερα από ποτέ; 
«Ναι, η αγάπη, ο έ­ρωτας και η φιλία είναι σήμερα αυτά που χρει­αζόμαστε και επιθυμούμε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, ενώ είμαστε από την άλλη μεριά πάρα πολύ επιφυλακτικοί στην προ­σπάθεια που χρειάζεται για να διατηρήσου­με αυτά τα συναισθηματικά γνωρίσματα όταν τα βρούμε, ιδιαίτερα όταν συναντήσουμε δυ­σκολίες μπροστά μας σ' αυτού του είδους τις σχέσεις. Αλλά, ακριβώς επειδή είμαστε πρό­θυμοι "να διαμορφώσουμε βαθιές φιλίες και συντροφικότητα" και επειδή τα λαχταράμε αυτά περισσότερο έντονα και πιο απελπισμέ­να από ποτέ, οι σχέσεις μας είναι γεμάτες φα­σαρία και μένος, διαποτισμένες με άγχος και καταστάσεις διαρκούς επιφυλακής. Είμαστε πρόθυμοι επειδή οι δεσμοί φιλίας είναι (στην εύστοχη και αξιομνημόνευτη φράση του Ρέι Παλ) η μόνη (κοινωνική) "νηοπομπή μέσα στα ταραγμένα νερά" του ρευστού σύγχρονου κόσμου. Τα ταραχώδη νερά μέσα στα οποία πρέπει γενναία να ταξιδέψουμε μαζί είναι οι επισφαλείς και αδύναμοι χώροι ερ­γασίας, που είναι διαποτισμένοι από αμοι­βαία καχυποψία και συχνά διαλυμένοι από τον ανελέητο ανταγωνισμό, οι γειτονιές μας που είναι κάτω από διαρκή κίνδυνο από τα οι­κοδομικά συμφέροντα, οι κίνδυνοι απέναντι στη σωματική ακεραιότητα του καθενός, που είναι πολύ αόριστοι για να επισημανθούν με ακρίβεια, ο διασυρμός μιας ευπρεπούς αν­θρώπινης ζωής. Το χέρι βοήθειας ενός αξιό­πιστου, πιστού, αφοσιωμένου φίλου, ενός φίλου μέχρι το θάνατο, ένα χέρι στο οποίο θα μπορεί να βασιστεί κανείς και που πρόθυμα θα τεντωθεί όποτε χρειαστεί είναι ότι είναι για τους ναυαγούς τα πιθανά νησιά ή οι οά­σεις για τους χαμένους σε μια έρημο. Χρεια­ζόμαστε τέτοια χέρια, και επιθυμούμε να τα έχουμε - όσο περισσότερα υπάρχουν γύρω μας τόσο καλύτερα.
«Εντούτοις... εντούτοις! Στα ρευστά σύγ­χρονα περίχωρά μας, η ισόβια πίστη είναι μια ευλογία που αναμειγνύεται με πολλούς αναθεματισμούς. Κι αν τα κύματα αλλάξουν κα­τεύθυνση; Κι αν νέες ευκαιρίες δελεάσουν την ανακύκλωση του χθες, εξασφαλίζοντας πλε­ονεκτήματα στις απειλητικές επιβαρύνσεις του σήμερα; Κι αν οι επιπλέουσες ζώνες ασφα­λείας μετατραπούν σε βαρίδια μολύβδου; Κι αν ο κοντινός κι ο αγαπημένος δεν είναι πλέ­ον αγαπημένος, αλλά είναι ακόμη εκνευριστι­κά κοντά; Από εδώ πηγάζει το άγχος: ο φόβος να χάσουμε φίλους ή συντρόφους είναι αναμειγμένος με το φόβο να μην μπορούμε να ξε­φορτωθούμε εκείνους ανάμεσά μας που δεν είναι πλέον επιθυμητοί. Το "δίκτυο" των αν­θρωπίνων σχέσεων έχει γίνει στις μέρες μας η έδρα των πιο οδυνηρών αμφιθυμιών - κάτι που φέρνει τον καλλιτέχνη της ζωής αντιμέ­τωπο με ένα κουβάρι διλημμάτων που προ­καλούν περισσότερο σύγχυση, πάρα ενδεί­κνυνται ως κατατοπιστικοί δείκτες.
»Για να μη μακρηγορούμε: η αγάπη δεν είναι κάτι που το βρίσκει κανείς, δεν είναι ένα objet trouve ή κάτι το συσκευασμένο. Είναι κάτι που πρέπει πάντα να φτιαχτεί, να δημιουρ­γηθεί και να αναδημιουργείται καθημερινά, κάθε καινούργια ώρα.
«Προσαρμοσμένη στην αυξανόμενη ευ­πάθεια των ανθρώπινων δεσμών στην εποχή μας, στην αντιδημοτικότητα των μακροπρό­θεσμων δεσμεύσεων, του ξεγυμνώματος των δικαιωμάτων από ηθικές υποχρεώσεις και στην αποφυγή των καθηκόντων, εκτός από τις υποχρεώσεις στον ίδιο μας τον εαυτό ("το οφείλω αυτό στον εαυτό μου", "το αξίζω αυτό" κλπ.), η αγάπη τείνει να θεωρηθεί ως κάτι το τέλειο εξαρχής ή κάτι το αποτυχημένο - και είναι, συνεπώς, καλύτερα να εγκαταλειφθεί, και να αντικατασταθεί από ένα "νέο και βελ­τιωμένο δείγμα", ενδεχομένως πραγματικά τέλειο. Μια τέτοια αντίληψη της αγάπης και του έρωτα δεν αναμένεται να επιβιώσει ούτε καν στην πρώτη ασήμαντη λογομαχία, πόσο μάλλον στις πρώτες σοβαρές διαφωνίες και συγκρούσεις.
«Η ευτυχία, ενθυμούμαι τη διάγνωση του Καντ, δεν είναι ένα ιδανικό του λόγου, αλλά της φαντασίας. Προειδοποίησε, επίσης: από τη στριμμένη ξυλεία του σκελετού της ανθρω­πότητας κανένα ευθύ πράγμα δεν μπορεί ποτέ να κατασκευαστεί. Ο Τζον Στιούαρτ Μιλ φά­νηκε να συνδυάζει και τις δυο φρονήσεις στην προειδοποίησή του: αναρωτηθείτε εάν είστε ευτυχείς, και παύετε να είστε... Οι αρχαίοι πι­θανώς υποψιάζονταν το ίδιο πράγμα, αλλά, καθοδηγούμενοι από την αρχή τού dum spiro spero (όσο αναπνέω ελπίζω), πρότειναν ότι δίχως σκληρή δουλειά η ζωή δεν θα πρό­σφερε τίποτα που να την καθιστά σημαντι­κή. Δύο χιλιετίες αργότερα η πρόταση φαί­νεται να μην έχει χάσει τίποτα από την επικαιρότητά της».

Για μένα, τουλάχιστον, το τελευταίο σας βιβλίο, «Η τέχνη της ζωής», που πραγ­ματεύεται τα παραπάνω ζητήματα, υπο­γραμμίζει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο την κοινοτοπία της σύγχρονης κοι­νωνικής ζωής, αλλά, πράττοντας αυτό, παρέχει μια συμπαγή προοπτική για την αμφισβήτηση των σύγχρονων λειτουρ­γιών της κοινωνίας, που καθοδηγείται ακόμη από την κριτική παράδοση της κοι­νωνικής σκέψης. Το λέω αυτό, επειδή γε­νικότερα σας παρουσιάζουν ως έναν απαι­σιόδοξο στοχαστή. Είστε, λοιπόν, λιγότερο ή περισσότερο απαισιόδοξος για την προ­οπτική μιας εναλλακτικής κοινωνικής τά­ξης πραγμάτων απ' ότι ήσαστε στην αρχή του ακαδημαϊκού σας βίου; 
«Η ερμηνεία μου για τη διαφορά μεταξύ ενός αισιόδοξου και ενός πεσιμιστή είναι ότι ο αισιόδοξος πι­στεύει πως ο κόσμος μας, εδώ και τώρα, εί­ναι ο καλύτερος όλων των δυνατών κόσμων, ενώ ο πεσιμιστής υποψιάζεται πως ο αισιόδο­ξος μπορεί να έχει δίκιο. Υπό αυτήν την ερμη­νεία, δεν είμαι ούτε το ένα ούτε το άλλο. Μάλ­λον ανήκω σε μια τρίτη κατηγορία, αυτήν των ανθρώπων που ελπίζουν. Πιστεύω πως ο κό­σμος μπορεί να γίνει καλύτερος απ' ότι είναι, πιο φιλόξενος προς μια ικανοποιητική και α­ξιοπρεπή ανθρώπινη ζωή και πως αυτό εξαρ­τάται από τους συνανθρώπους μου.
«Νομίζω ότι αυτό το πίστευα από την αρχή και τίποτα δεν έχει συμβεί από τότε για να με αναγκάσει ή να μου υπαγορεύσει να αλλάξω γνώμη».

Δημοσιεύθηκε στο Ε της ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ 22/03/2009

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου